Αγγελική Λυμπεροπούλου

E-mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Βρισκόμαστε στο 2020. Σε μια κοινωνία όπου η ανασφάλεια κυριαρχεί, οι αυτοκτονίες -συγγνώμη, τα «συμβάντα»- αποτελούν μέρος της καθημερινότητας, ο φόβος βίωσης ξεκινά με έναν νυκτερινό χρονοδιακόπτη και το τρένο που περνά δεν συνδέεται πια με μια νοσταλγική επιθυμία μιας απελευθερωμένης φυγής. Το τρένο που περνά σημαίνει το σταμάτημα κάθε οικιακής ενέργειας και πράξης, εις βάρος της φρικιαστικής αναμονής ενός ακόμα δυνητικού «συμβάντος». Ενός «σοβαρού ατυχήματος».

Τρία μαύρα πανέλα, μια λάμπα -σχεδόν αναμμένη, σχεδόν σβηστή- και ένα σκαμπό. Πάνω του καθισμένος ο Άγνωστος Χ που σε ακολουθεί με το βλέμμα του ενώ ψάχνεις τη θέση σου. Στην πλευρά Α. Και στο βάθος, σε έναν διαγώνιο άξονα, ίσως καταφέρεις να παρατηρήσεις το ημιφωτισμένο πιάνο. Στην πλευρά Β.

Εκτός από χρώμα, η Λαμπεντούζα έχει και φωνή. Ολίγον διαφορετική από τα ευχάριστα επιφωνήματα που προσπαθούν να διαφημίσουν οι τουριστικοί οδηγοί, αντιθέτως, θα μπορούσε σχεδόν να αδιαφορεί ακόμα και για την αντικειμενικότητα της γεωγραφικής θέσης. Ποιος άλλωστε ενδιαφέρεται για το «πού», όταν το «πώς» βασίζεται σε μια διάχυτη αδικία, στη ματαιοπονία στον εγκλωβισμό σε μια ζωή που κανείς δεν θέλει να βιώνει -ίσως που λίγοι είχαν καν σκεφτεί ότι υπάρχει;

Η Δεσποινίς Τζούλια, που ανεβαίνει για τέταρτη χρονιά στο θέατρο Άνεσις, είναι μια έντονη χορευτική σύλληψη που περιγράφει το εξίσου ριζοσπαστικό και προκλητικό έργο του Στρίντμπεργκ. Αφηγείται με τη «γλώσσα» του Φλαμένκο την βάναυση μετατροπή της ερωτικής έλξης μεταξύ δυο ανθρώπων προερχόμενων από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις, σε ένα παιχνίδι εξουσίας, σε έναν πόλεμο μέχρι τελικής πτώσεως. Ο Σταύρος Λίτινας που υπογράφει σχεδόν εξ΄ ολοκλήρου την παράσταση, μιλάει στο Μusicity για την ευφάνταστη αυτή δημιουργία.

Αυτό το τόσο δυνατό συναίσθημα, που υπερτερεί ακόμα και αυτού της απώλειας, εγείρεται σε ένα θεατρικό έργο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κάτι μεταξύ τραγωδίας και ψυχολογικού θρίλερ. Ο Οιδίνους μοιάζει ως ο σύγχρονος Οιδίποδας. Μια εμφανέστατα αλλοτριωμένη ταυτότητα, όπως άλλωστε αρμόζει στη νεωτερικότητα, με πρησμένο όχι πόδι πλέον αλλά νου, που πασχίζει να μην αποκολληθεί από τον οικογενειακό πυρήνα, από τις παραδόσεις του συλλογικού εορτασμού, από την «ευτυχισμένη» συστέγαση μέσα στο ίδιο (μάλλον ασφυκτικό) κοχύλι. 

Πέραν της πρωτότυπης αυτής σκηνοθετικής δομής, οι εντυπωσιακές παρουσίες των δυο ηθοποιών καταφέρνουν να διαποτίσουν τον θεατή με την δυναμική αλλά και εύθραυστη θηλυκότητά τους. Η υποκριτική ικανότητα, η κινησιολογία και η ανάπτυξη του προφορικού λόγου φέρουν ίσως διφορούμενες εντάσεις.

Αυτή η ωδή στην αντιθετική δύναμη της κυριαρχίας versus της άφεσης, της παράδοσης στο πάθος που οδηγεί στον όλεθρο, παίρνει σάρκα και οστά μέσω αυτής της σαγηνευτικής χορευτικής σύλληψης στο θέατρο Άνεσις.

«ΜπΑΤσος». Ο τίτλος κιόλας της παράστασης προειδοποιεί ότι δεν πρόκειται για την ιστορία ενός κοινού «μπάτσου», αλλά για μια πιο σκληρή πραγματικότητα. Ο άντρας των ΜΑΤαρχίζει να καταγράφει σε μια κάμερα τη μαρτυρία του, μια πολυδιάστατη αφήγηση, εγείροντας πλήθος ερωτημάτων που μόνο ασυγκίνητο δεν θα μπορούσε να αφήσει τον εκάστοτε θεατή και δει της σύγχρονης Ευρώπης.

Σελίδα 1 από 2