Είδαμε: "Μήδεια" στην Επιδαύρο. Η βαρβαρότητα του έρωτα και το μεγαλείο του κειμένου.

Πληροφορίες

  • Χώρος: Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
  • Ημέρα: Παρασκευή, 04 Αυγούστου 2017
  • Σκηνοθεσία: Μαριάννα Κάλμπαρη
  • Παίζουν: Μαρία Ναυπλιώτου, Χάρης Φραγκούλης, Μαρ. Κάλμπαρη, Θεοδ. Τζήμου κ.α.

Η κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Μήδεια ζει πλέον στο παλάτι της Κορίνθου με τα δύο της παιδιά. Ο ερωτάς της για τον Ιάσωνα, την έχει οδηγήσει ήδη στο να σφάξει τον αδερφό της, στην προσπάθειά της να ακολουθήσει τον ερωτά της στην Ελλάδα. Μετά το πρώτο διάστημα του έρωτά τους, ο Ιάσων ερωτεύεται και ετοιμάζεται να παντρευτεί τη Γλαύκη, κόρη του βασιλιά της Κορίνθου, Κρέοντα. Η Μήδεια, επιθυμεί να τον εκδικηθεί καθολικά και επιλέγει να εξολοθρεύσει με μάγια τη Γλαύκη και τον Κρέοντα και να σφάξει τα δυο της παιδιά με τον Ιάσωνα.

Με τη «Μήδεια», το αξεπέραστο και συγκλονιστικό αυτό κείμενο του Ευριπίδη, επέστρεψε στην Επίδαυρο το Θέατρο Τέχνης, έπειτα από αρκετά χρόνια απουσίας. Τη σκηνοθεσία για αυτή την επιστροφή ανέλαβε η καλλιτεχνική διευθύντριά του, Μαριάννα Κάλμπαρη, η οποία επέλεξε για τον εαυτό της και το ρόλο της Τροφού.

Το πρόσημο για τη «Μήδεια» του Θεάτρου Τέχνης, που παρουσιάστηκε στις 4 και 5 Αυγούστου στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου είναι θετικό. Η παράσταση που σκηνοθέτησε η Μαριάννα Κάλμπαρη ήταν δουλεμένη, είχε ταυτότητα και άποψη και το κυριότερο, άφηνε το κείμενο του Ευριπίδη να αναπνεύσει και να ακουστεί. Η σκηνοθέτης επέλεξε μια λιτή και σαφή σκηνοθετική γραμμή, η οποία βασίστηκε στη δύναμη του κειμένου και στις προσωπικότητες των ηθοποιών.

Η Μαρία Ναυπλιώτου ως Μήδεια έπειθε αρκετά. Είχε δύναμη, θυμό, αποφασιστικότητα, ενώ παράλληλα η ερμηνεία της υποδήλωνε και τον εσωτερικό παλμό μιας γυναίκας που είναι αποφασισμένη να εκδικηθεί φρικτά τον ίδιο της τον εαυτό, μόνο και μόνο για να εκδικηθεί τον άντρα που ερωτεύτηκε. Η ερμηνεία της χαρακτηριζόταν από μία ακαμψία, την οποία όμως υποστήριξε από την αρχή μέχρι το τέλος και φαινόταν εντελώς δοσμένη σε αυτό που κλήθηκε να κάνει. Η Μαριάννα Κάλμπαρη, επέλεξε να αντιμετωπίσει την Τροφό με μεγαλύτερη αποστασιοποίηση από αυτή που συνηθίζεται. Δεν θέλησε να είναι αυτή η πανταχού παρούσα παρουσία δίπλα στη Μήδεια, που την πονά και τη νοιάζεται σε κάθε της λέξη, αλλά μια πιο ουδέτερη παρουσία. Αυτή η άποψη και ενδιαφέρον παρουσίαζε και υποστηρίχθηκε σκηνικά. Από το δωρικό Κρέοντα του Αλέξανδρου Μυλωνά δεν περιμέναμε τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο, ενώ ο Γεράσιμος Γεννατάς ως Αιγέας έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα και ενεργητική ερμηνεία. Η Ιωάννα Μαυρέα και η Σίρμω Κεκέ ως γυναίκες του χορού ήταν ιδανικές.

Από κει και πέρα ξεκινούν τα προβλήματα , κυρίως στις ερμηνείες, αλλά και σε κάποιες σκηνοθετικές επεμβάσεις. Ο Ιάσωνας του Χάρη Φραγκούλη, ελάχιστες στιγμές προκαλούσε συγκίνηση. Συνήθως προκαλούσε σύγχυση και εκνευρισμό. Δεν γνωρίζουμε αν ήταν δική του ιδέα ή της σκηνοθέτιδας να κατακερματίζει τόσο άκυρα το λόγο και να επιδίδεται σε τόσο άνευρες σπασμωδικές κινήσεις, πάντως το εγχείρημα του αυτό απέτυχε. Απέτυχε, όχι τόσο γιατί προκαλούσε γέλιο στο κοινό, πράγμα που σε πολλές περιπτώσεις ήταν και θεμιτό, όσο γιατί δεν κατάφερε ποτέ να περάσει την ειρωνεία και την τραγικότητα της κατάστασής του.

Η Θεοδώρα Τζήμου, δυσκολεύτηκε να προσεγγίσει τον πρόσθετο στην παράσταση και μάλλον περιττό ρόλο της Γλαύκης. Ήταν συχνά αμήχανη και κάπως αβοήθητη στην ερμηνεία της. Αυτή της η αμηχανία εξαλειφόταν όταν έβγαινε από το ρόλο της Γλαύκης και γινόταν χορός. Τέλος η Κωνσταντίνα Τάκαλου ήταν αρκούντως υπερκινητική ως Αγγελιοφόρος, συχνά στα όρια της υστερίας.

Τα πρόσθετα κείμενα των Πλάτωνα, Θεόκροτου, Σαπφούς, Αρτεμίδωρου, Μνησίλοχου, Πλούταρχου και Μακεδόνιου Ύπατου δεν ενσωματώθηκαν εντελώς στη ροή της παράστασης και πολλές φορές προκαλούσαν απορία, όπως και η δεύτερη φύση της Μήδειας, που εκφραζόταν κινησιολογικά από την Αλεξάνδρα Καζάκου.

Η μουσική του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου ήταν ιδιαίτερη και ταιριαστή στο πνεύμα της παράστασης. Η ερμηνεία στο του «Έρωτα μέγα κακό» της Θεοδώρας Τζήμου θα μπορούσε να έχει επιτευχθεί με λιγότερη επιτήδευση. Πάντως τα στάσιμα αποδόθηκαν με επιτυχία και η κινησιολογία του χορού (Κίνηση: Μαρίζα Τσίγκα) στα μουσικά θέματα είχε ενδιαφέρον.

Ο Κωνσταντίνος Ζαμάνης σκέφτηκε να θέσει στο κέντρο του κοίλου της Επιδαύρου ένα κρεβάτι, τοποθετημένο πάνω σε ένα βάθρο, όπου η Μαρία Ναυπλιώτου ερμήνευσε από εκεί όλον της το ρόλο. Γύρω από αυτό το κρεβάτι, τοποθετήθηκαν καρέκλες για όλους τους υπόλοιπους ηθοποιούς. Το σκηνικό αποδομείται πλήρως καθώς πλησιάζουμε στην κορύφωση της τραγωδίας. Η έξυπνη και ενδιαφέρουσα σκηνική σύλληψη του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, τα κοστούμια του οποίου ήταν μικρότερης έμπνευσης και περισσότερης πολυχρωμίας, φωτίστηκε εξαιρετικά από τη Στέλλα Κάλτσου.

Παρά τις αδυναμίες που προαναφέρθηκαν η κάθοδος του Θεάτρου Τέχνης στο Αργολικό Θέατρο ήταν συνολικά επιτυχής. Κυρίως γιατί η παράσταση είχε αγαπηθεί από τους συντελεστές της και απέπνεε μία ομαδικότητα, μία πίστη στο εγχείρημα και μία αφοσίωση στο αποτέλεσμα.