Συνέντευξη: Φοίβος Δεληβοριάς. "Δεν με ενδιαφέρει το ρετρό από μόνο του"!

Πληροφορίες

Η βάρκα του Φοίβου Δεληβοριά ξεκίνησε πριν τριάντα περίπου χρόνια. Από τότε μέχρι σήμερα μας έχει ξεναγήσει στις πιο αγαπησιάρικες και τρυφερές σπηλιές της θάλασσάς του. Το φετινό καλοκαίρι δημιούργησε το πιο πολυσυζητημένο καλλιτεχνικό γεγονός της πόλης, φτιάχνοντας ένα βαριετέ σε μια ταράτσα με θέα την Ακρόπολη. Σε αυτήν την ταράτσα τον συναντήσαμε και μας μίλησε για την ροπή του στη μνήμη, τη ρομαντική του διάθεση, τα χειμερινά του σχέδια και την συνέχεια της Ταράτσας.

 

Πώς ξεκίνησε η ιδέα της «Ταράτσας του Φοίβου» και πώς επιλέχθηκαν οι μόνιμοι συνεργάτες που θα την στελεχώσουν;

Το καλοκαιράκι του 13’ για κάποιο λόγο πήγαινα στο παλιό μου σπίτι στην Καλλιθέα και διάβαζα όλη τη βιβλιογραφία που αφορούσε το ελληνικό θέαμα, το αθηναϊκό θέαμα, το κάθε είδους λαϊκό θέαμα που ανθούσε στην πόλη σε όλες τις δύσκολες δεκαετίες του 20ου αιώνα. Από τις πρώτες επιθεωρήσεις, από τα πρώτα βαριετέ, το Ακροπόλ, το Παρκ και το Μετροπόλιταν, τη μάχη των επιθεωρήσεων του Χατζιδάκι και του Θεοδωράκη, τα μαγαζιά που άνοιγε ο Ζαμπέτας με τη Μοσχολιού, τις παραστάσεις του Ελεύθερου Θεάτρου στο Άλσος Παγκρατίου, το Κύτταρο. Σκεφτόμουν ότι όλα αυτά έγιναν σε απόκοσμες εποχές, πολύ πιο δύσκολες ακόμα και από αυτήν, την πραγματικά δύσκολη που βιώνουμε την τελευταία δεκαετία στην Ελλάδα και παρ’ όλα αυτά από την καλλιτεχνική αυτοθυσία, την διάθεση και το μεράκι κάποιων ανθρώπων που ονειρευόντουσαν και συντόνιζαν τέτοια θεάματα, δημιουργούσαν ιστορικά προηγούμενα. Ήταν κάτι σαν ξέφωτα μέσα σε μία ιστορία που σκόρπιζε πτώματα δεξιά κι αριστερά.

Έγραψα λοιπόν το τραγούδι «Μπάσταρδος γιος» εμπνευσμένος απ’ όλα αυτά. Αλλά από τότε, σκεφτόμουν ότι θα μου άρεσε πάρα πολύ να συντονίσω κι εγώ ένα τέτοιο θέαμα, με τους ανθρώπους που θεωρώ ταλαντούχους απ’ όλη την Αθήνα. Γνωστούς και άγνωστους. Από γνωστούς μουσικούς και ηθοποιούς, μέχρι παιδιά που στήνουν μόνοι τους επιθεωρησιακά θεάματα, όπως οι Στενός Κορσές και οι Δε Βαριέτε. Ήθελα να αναπαρασταθεί αυτό το σκηνικό του ταλέντου που υπάρχει σε κάθε συνοικιακή πολυκατοικία, όμως δε βγαίνει έξω. Θα θυμάσαι στη σχολική σου τάξη, τον κωμικό, την κοπέλα που χόρευε τέλεια, την κοπέλα που είχε ωραία φωνή στις γιορτές, τον τύπο που έγραφε τραγουδάκια. Η ιδέα για μία σύγχρονη εκδοχή της Μάντρας του Αττίκ, ή του Mupped Show αν θέλεις, ήταν αυτό που γέννησε την έννοια της Ταράτσας. Για δύο χρόνια έψαχνα χώρο και έτυχε να επισκεφτώ την ταράτσα του Μαρασούλη, ο οποίος μου είπε ότι αυτός ο χώρος δεν έχει εκμεταλλευτεί ποτέ και είναι κρίμα να χαραμίζεται γιατί έχει την πιο ωραία θέα της Αθήνας. Έτσι είπα «Εδώ είμαστε».

 

Αυτή τη φορά έχεις αναλάβει το ρόλο του κομπέρ και επιλέγεις να μας πεις ελάχιστα δικά σου τραγούδια. Εκπληρώνεις μια νέα καλλιτεχνική σου ανάγκη και όχι αυτή του τραγουδοποιού;

Λέω μόνο τέσσερα δικά μου τραγούδια. Τραγουδάω βέβαια τραγούδια άλλων. Κάνουμε ένα medley με την ιστορία του σατυρικού τραγουδιού στον 20ο αιώνα, ή ένα άλλο με διαφημίσεις του 80’ ή στα μέρη των καλεσμένων τραγουδάω τα τραγούδια τους, αλλά δε με ενδιέφερε εν προκειμένω να προβληθεί ακόμα μια φορά το δικό μου τραγούδι. Άλλωστε από το 89’ που ξεκίνησα πολύ μικρός μέχρι τώρα, που κοντεύουν 30 χρόνια, έχω παίξει πάρα πολύ. Παίζω συνέχεια τα τραγούδια μου. Και φέτος θα τα παίξω. Δεν είναι λίγες οι φορές που μπορώ να κάνω αυτό το πράγμα. Αλλά το να μπορέσω να συντονίσω ένα αγαπησιάρικο θέαμα, στο οποίο είτε τα τραγούδια τα έχω γράψει εγώ ή άλλοι – κυρίως άλλοι – αλλά είναι πράγματα που αγαπώ και πιστεύω πολύ είναι κάτι που δεν το κάνεις κάθε μέρα.

Η θεματολογία της «Ταράτσας» αντλείται περισσότερο από παλαιότερες εποχές, και όχι τόσο από τη σημερινή.

Όχι πάντα. Εμένα δε με ενδιαφέρει το ρετρό από μόνο του σαν κατάσταση. Υπάρχει παγκόσμια μια ρετρολαγνία. Υπάρχουν και μελέτες για τη ρετρομάνια, που είναι ένα φαινόμενο της δεκαετίας του 2010. Παλιά ρούχα, παλιά φουστάνια, αναβιώσεις μουσικών ειδών, από το πανκ ροκ μέχρι τη ρέγκε και από το σουίνγκ μέχρι το ρεμπέτικο. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι το ποιητικό περιεχόμενο της στροφής αυτής. Δηλαδή ένας σύγχρονος άνθρωπος με το δικό του σύγχρονο πρόβλημα και τη δική του σύγχρονη αγωνία, γιατί επιλέγει να φορέσει ένα παλιό φουστάνι, τι σημαίνει γι΄ αυτόν; Είναι απλά ένα πράγμα που μας γυρνάει πισιθάνατα σε μια διαπίστωση του τύπου «Αχ τι ωραία τα κάναμε τότε και τι χάλια είμαστε σήμερα» ή προσπαθούμε να βρούμε γιατί και σε εποχές εφιαλτικές, πείνας, εμφυλίου κλπ, οι άνθρωποι του θεάματος αντιδρούσαν με ένα είδος τεχνητής ομορφιάς, ομορφιάς της τέχνης δηλαδή; Αυτό ήθελα να κάνω. Χρησιμοποιούμε στοιχεία από το 1928, ή από τα 80s ή από τα ρεμπέτικα κλπ, αλλά το χιούμορ και η καφρίλα είναι τωρινά. Υπάρχει δηλαδή κάτι που ενώνει όλα αυτά με το χιούμορ του Saturday Night Live ή το χιούμορ μιας σύγχρονης κάφρικης αντίληψης.

Πόσο σε ενδιαφέρει το θέαμα όταν τραγουδάς;

Πάρα πολύ. Ακόμα κι όταν γράφω τα τραγούδια μου, φαντάζομαι πώς θα τα παίξω στη σκηνή, τι ιστορίες θα πω. Αυτό ήταν και το δίλημμά μου ως παιδί. Μουσική ή θέατρο. Μουσική ή σινεμά. Τη μία χρονιά έλεγα ότι θέλω να γίνω σκηνοθέτης, την άλλη ηθοποιός, την άλλη μουσικός, την άλλη τραγουδιστής. Τελικά άκουσα μια συμβουλή του Χατζιδάκι, που μου είπε «Ένα πράγμα θα κάνεις. Ένα πράγμα θα ακολουθήσεις. Μη γίνεις τουρίστας. Κι αν είσαι καλός σε αυτό το πράγμα, τότε αυτό θα γίνει το όχημά σου για να κάνεις όλα τα’ άλλα». Κι είχε δίκιο τελικά, γιατί αν ήμουν ένας τραγουδιστής παύλα ηθοποιός, παύλα και κάτι άλλο, δεν ξέρω τι θα είχε συμβεί. Το ότι επέλεξα ασκητικά από τα 12 μέχρι τα 25 να μελετήσω όλο τον κόσμο της τραγουδοποιίας και το όχημά μου να είναι αυτό, τώρα μου κάνει αρκετά εύκολο το να εντάξω και την ηθοποιία μέσα σε αυτό, γιατί έχει βάση το πρώτο πράγμα με το οποίο ασχολήθηκα.

Το 2017 σε βρίσκει οπαδό των projects. Τόσο οι εμφανίσεις σου το χειμώνα στο Hotel Ερμού, όσο και οι καλοκαιρινές σου εμφανίσεις ήταν θεματικές, με καλεσμένους και εκπλήξεις. Έχεις αποφασίσει ότι από δω και πέρα θα κινηθείς σε τέτοιους δρόμους;

Όχι απαραίτητα. Μπορεί αυτό που θέλω να κάνω το χειμώνα ή του χρόνου να είναι να βγω με μια κιθάρα κι ένα πιάνο και να παίξουμε τριάντα τραγούδια μου. Αλλά γενικώς, η αλήθεια είναι ότι η κλασική best off λογική της μουσική σκηνής, του στυλ, στήνουμε μία μπάντα παίρνουμε και μια κοπέλα και λέμε ένα απάνθισμα των τραγουδιών μας, δεν μου αρκεί από μόνη της. Μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο 5 ή 6 φορές μέσα στη χρονιά, αλλά θέλω και κάτι ακόμα. Θέλω να αγχώνομαι, θέλω να ρισκάρω, να βλέπω όνειρα ότι βγαίνω στη σκηνή και δεν τα καταφέρνω. Αν αισθάνομαι ότι βαράω κάρτα σε κάτι που ξέρω ότι μπορώ να το κάνω καλά, δεν μου λέει κάτι.

Φέτος, τόσο στο Hotel Ερμού, όσο και στην «Ταράτσα», συνεργάστηκες με τα μεγαλύτερα ονόματα του τραγουδιού και του θεάτρου. Κανείς δεν αρνήθηκε μια σύμπραξη μαζί σου. Πώς νιώθεις γι’ αυτό;

Πολύ μεγάλη περηφάνια, τιμή και συγκίνηση. Δεν έλαβα καμία άρνηση. Όλοι βρήκαν το χρόνο και άνθρωποι εξαιρετικά ακριβοθώρητοι και καλλιτεχνικά απαιτητικοί. Αυτό με κάνει να αναγνωρίσω κι εγώ μέσα μου ότι το παιδάκι που έχει στήσει ένα παιχνίδι και καλεί συμπαίκτες, αρέσει και στους άλλους. Και αρέσει και σ’ αυτούς που ο ίδιος θαυμάζει. Είναι πολύ σημαντικό.

Φέτος στην Ταράτσα εγκαινιάσατε και τους αγώνες δημιουργίας τραγουδιού «Ζαρντινιέρα Academy».

Αυτή η ιδέα προέκυψε από μια προβληματική, ότι εφόσον ανθεί το talent show και αρέσει πολύ και στον κόσμο ως μορφή ψυχαγωγίας και εφόσον πραγματικά βλέπεις παιδιά με εντυπωσιακές φωνητικές δυνατότητες να χάνονται μετά από λίγα χρόνια, λες «με τα τραγούδια, τι γίνεται;». Αν λείπει κάτι από αυτά τα παιδιά είναι το έργο. Είναι το ρεπερτόριο πάνω στο οποίο θα στηριχτούν και θα προχωρήσουν. Είναι γνωστό ότι όσοι άνθρωποι έκαναν καριέρα, σε κάθε είδος τραγουδιού, είναι αυτοί που ήταν αρκετά τυχεροί να συμβαδίσουν με δημιουργούς. Εγώ λοιπόν ήθελα να κάνω έναν αγώνα δημιουργών στην Ταράτσα. Αν δούμε σε λίγα χρόνια ότι ένα παιδί, ή δύο παιδιά θα είναι ο δημιουργός που πότισε για λίγο το δεντράκι του τραγουδιού, εγώ θα είμαι πολύ υπερήφανος που έδωσα μια σπρωξιά προς αυτή την κατεύθυνση. Γιατί αυτή είναι η μοναδική κατεύθυνση, η δημιουργία τραγουδιών. Μετά έρχονται όλα τα υπόλοιπα.

Η «Ταράτσα» είναι μια υπερπαραγωγή και μπορεί εύκολα να καταλάβει κανείς πόσοι άνθρωποι δούλεψαν πάνω και κάτω από τη σκηνή γι’ αυτή. Πώς το διαχειριστήκατε όλο αυτό οικονομικά;

Ακριβώς επειδή μας κόστισε πάρα πολύ και επειδή πραγματικά δουλεύουν πολλοί άνθρωποι, τουλάχιστον στην πρώτη χρονιά, τα εισιτήρια – και αυτή ήταν η μόνη κριτική που δεχτήκαμε – ήταν δυστυχώς κάπως υψηλά. Από την άλλη κάναμε το παν να μην είναι πολύ υψηλά. Αν θες να πας σε μια μουσική σκηνή και κλείσεις τραπέζι, θα πληρώσεις 35€ ελάχιστη κατανάλωση. Κι ακόμα κι αν δεν πίνεις θα είναι εκεί ένα μπουκάλι και θα σε περιμένει κι αν πάρεις και δεύτερη γύρα ξαναπληρώνεις. Εδώ πέρα εμείς δώσαμε τρεις δυνατότητες. Δηλαδή 30€, 23€ και 15€, ανάλογα τη θέση που κάθεται κανείς. Στα 15€ υπάρχει το ποτό, στα άλλα, όποιος δεν θέλει να πιει πληρώνει απλά αυτό που πληρώνει και παρακολουθεί το θέαμα, το οποίο είναι σχεδόν τετράωρο και απασχολεί 30 καλλιτέχνες επί σκηνής. Αν κάποιος θέλει να πιει, ανάλογα του τι θα πιει θα πληρώσει κάτι παραπάνω.

Δεν είναι πολύ πιο ακριβό από μία μουσική σκηνή. Αλλά δε σου κρύβω ότι στην αρχική μου ιδέα – ακριβώς επειδή ήθελα να αναβιώσω ένα λαϊκό θέαμα – θα ήταν να κάνουμε το προσιτότερο δυνατό. Δεν είναι πάντα εύκολο. Ειδικά όταν πρωτοχτίζεται ένας χώρος, οπότε είναι απαραίτητο να βγουν τα έξοδά του. Πιστεύω ότι τη δεύτερη χρονιά της ταράτσας – γιατί θα λειτουργήσει και δεύτερη χρονιά – θα λύσω πολλά από τα προβλήματα που προέκυψαν την πρώτη.

Τόσο η «Ταράτσα», όσο και το τελευταίο σου cd είναι νοσταλγικά. Περνάς φάση νοσταλγίας; Είναι μια αντίδραση στην κυνικότητα της εποχής;

Γενικώς, εμένα με απασχολεί πάρα πολύ η μνήμη, ως ανθρώπινη διαδικασία, ως ανθρώπινο όχημα, περισσότερο από τη νοσταλγία. Η νοσταλγία, πολλές φορές είναι και κάτι αηδιαστικό. Δηλαδή βλέπεις πράγματα που εξιδανικεύουν ένα παρελθόν, χωρίς να λαμβάνουν υπόψιν την ιστορία, τις αντιφάσεις. Λες «ο αείμνηστος τάδε...» που μπορεί πολλές φορές να ήταν και λίγο κάθαρμα αυτός ο αείμνηστος. Λοιπόν η μνήμη είναι μια διαδικασία που τα θυμάται όλα, και τα καλά και τα κακά. Μπορείς να απολαύσεις διηγήσεις παλαιών ηθοποιών που λένε για τα στραβά του τάδε μεγάλου κλπ, ή απολαμβάνεις μια διήγηση όταν σου μιλάει για το θέαμα του Αττίκ και μετά σου λέει και για την αυτοκτονία του Βερονάλ ή του τι συνέβη στην κατοχή. Αυτό το πράγμα είναι η μνήμη. Και η μνήμη είναι εδώ για να σου προστατεύσει το μέλλον. Την ίδια νυχτερινή διαδρομή θα κάνουμε κι εμείς και η μνήμη ξέρει και πού ήταν το ξέφωτο και πού σου την παραμόνευε ένας ληστής να στην πέσει. Αυτό είναι και η σπερματική αρχή της επιστήμης της ιστορικής και είναι και η σπερματική αρχή της επιστήμης της ψυχιατρικής. Είναι δηλαδή ένα είδος θεραπείας το βούτηγμα μέσα στη μνήμη. Αυτό το πράγμα με ενδιέφερε κι εμένα, εκεί γύρω στα σαράντα μου, όταν ξεκίνησα να γράφω την Καλλιθέα και έκανα κι αυτό το πράγμα με την Ταράτσα. Το να βρούμε δηλαδή μέσα από τη συλλογική μνήμη τα πράγματα που μας κάνουν δυνατούς. Τα πράγματα που είναι συνδυασμένα πια με το συλλογικό DNA και μπορούν να πάνε λίγο πιο μπροστά την Αθήνα, την τέχνης της...

Πάντα όμως εκπέμπεις έναν ρομαντισμό.

Ναι, αλλά όχι γερμανικού τύπου. Υπάρχει δηλαδή ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα, όπου κόβουν δύο άνθρωποι τις φλέβες τους για να φτάσουν μαζί στο θάνατο. Εγώ έχω ένα μεσογειακού τύπου ρομαντισμό, λίγο commedia italiana, λίγο Φελίνι, λίγο νότια κωμωδία γαλλική. Αυτού του τύπου η παραθαλάσσια μελαγχολία, η μελαγχολία μιας πόλης μεσογειακής, αρχαίας, οπού δίπλα στα ερείπια ανθούν οι πολυκατοικίες και οι άνθρωποι, είναι ένας ποιητικός χώρος που μου αρέσει πάρα πολύ.

Άμα τη εμφανίσει σου τάραξες τα νερά. Ο ήχος και κυρίως ο στίχος σου, ήταν κάτι πρωτόγνωρο και ξεχωριστό. Από τότε μέχρι σήμερα συνεχίζεις πάντα να κάνεις πρωτοπόρα πράγματα. Αυτό σου προκύπτει ή το επεξεργάζεσαι στο μυαλό σου;

Ένστικτο είναι. Σου λέω, ξαφνικά, χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος άρχισα να διαβάζω τέτοια βιβλία, σαν αυτά που σου είπα στην αρχή. Διψούσα εγώ για να γίνει κάτι τέτοιο και έβλεπα ότι έλειπε. Δηλαδή σκέφτηκα «Υπάρχει κάτι τέτοιο να πάω», κάνει κανένας κάποιο τέτοιο βαριετέ; Όταν βλέπεις ότι υπάρχουν παιδιά που το προσπαθούν, αλλά δεν υπάρχει ένας χώρος που να γίνεται κάτι τέτοιο είπα να το κάνω. Έτσι μου προέκυψαν κι άλλες ιδέες. Έβλεπα για παράδειγμα έναν πολυοργανίστα και σκέφτηκα την big band. Αλλά αυτά έβγαιναν μέσα από ενστικτώδεις εμμονές. Δεν κάθομαι δηλαδή το φθινόπωρο και λέω «για να δούμε μια ωραία ιδέα τι θα κάνω φέτος κλπ».

Έχεις δηλαδή ανοιχτές τις κεραίες σου.

Εγώ κάθε χρόνο πηγαίνω και βλέπω πολλούς νέους καλλιτέχνες. Μου αρέσει πολύ αυτό. Βλέπω τι κάνουν τα νέα group, τι κάνουν οι νέοι θίασοι στο θέατρο. Θέλω να βλέπω τι γίνεται, πού πηγαίνει η αγωνία η καλλιτεχνική. Οπότε όταν βλέπω παιδιά, όπως οι Δε Βαριέτε και άλλα αντίστοιχα σχήματα, θέλω αμέσως να τους δω, να ανταλλάξουμε δυο κουβέντες. Καταλαβαίνω ποια δημιουργικά οχήματα έχουν κάτι να πούνε. Εκείνη την ώρα δεν είμαι κάποιος σοφός και επαΐων που πάει να το καπελώσει αυτό, είμαι κάποιος που θέλει να δει πώς γίνεται αυτό το πράγμα που κάνουν να βγει στο φως, να το γνωρίσουν περισσότεροι. Επομένως νομίζω ότι αυτό είναι ένα κλειδί. Κάπως σιχαίνομαι τους καλλιτέχνες που λένε «εμείς στην εποχή μας κάναμε κλπ». Δεν ισχύει αυτό. Απλά δεν τους ενδιαφέρει τι κάνουν τα παιδιά στην πόλη αυτή τη στιγμή και δεν τους ενδιαφέρει να τους δώσουν και μια σπρωξιά να πάρουν αυτά τα ηνία. Είναι ένα άρρωστο στοιχείο καλλιτεχνικό το οποίο ευδοκιμεί και στην Ελλάδα για κάποιο λόγο.

Η «Ταράτσα» ρίχνει αυλαία το Σεπτέμβριο. Ποια είναι τα χειμερινά σου σχέδια και πώς σκοπεύεις να συνεχίσεις αυτό το Project που ξεκίνησε με τόση επιτυχία;

Έχω δυο ιδέες που θέλω να συμβούν.Η μία είναι κάπως απλή. Θα ήθελα να παίξω στο Six Dogs χωρίς διακοπή τους δύο τελευταίους μου δίσκους. Τον «Αόρατο άνθρωπο» και την «Καλλιθέα». Να παίξω ολοζώντανα δύο δίσκους. Και αυτό είναι κάτι που δε βλέπω συχνά και θα ήθελα να το δω. Θα ήθελα δηλαδή να πάω και να δω το Σαββόπουλο να παίζει μόνο το «Βρώμικο ψωμί» ή τους Κατσιμιχαίους να παίξουν μόνο τα «Ζεστά ποτά» ή ο Κραουνάκης με την Πρωτοψάλτη να παίξουν μόνο το «Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ». Αλλά ζωντανά και με τη σειρά. Είναι μικρά μουσικά έργα. Επειδή λοιπόν αυτοί οι δίσκοι είναι πολύ αγαπημένοι και επειδή πια μπορώ να τους δω και λίγο από απόσταση, θα ήθελα να το κάνω αυτό και μάλιστα σε μικρό χώρο για λίγους θεατές. Αυτό είναι η μία ιδέα. Και η άλλη είναι μια μουσική παράσταση που θέλω να κάνω στο Passport Κεραμικός από Γενάρη – Φλεβάρη.

Την Ταράτσα θέλω να την λειτουργήσω όλη την εβδομάδα με θέαμα ποικιλιών. Θέλω να κρατήσω την Τετάρτη και την Πέμπτη για το δικό μου βαριετέ, αλλά θέλω και η Δευτέρα να σηματοδοτεί κάτι και η Τρίτη και η Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή. Κάτι πολύ διαφορετικό όμως. Μια ωραία ιδέα είναι τις Τρίτες ένας επώνυμος Αθηναίος να παρουσιάζει στο κοινό την αγαπημένη του ταινία ή την Κυριακή να γίνεται χώρος για παιδικό θέαμα. Τέτοια πράγματα σκέφτομαι. Το πώς θα διαμορφωθεί το ίδιο μου το βαριετέ θα το δουλέψω το χειμώνα. Ευτυχώς βρήκα τέσσερις καταλυτικούς συνεργάτες. Τον Άγγελο Τριανταφύλλου στη σκηνοθεσία, την Έλλη Παπαγεωργακοπούλου στα σκηνικά και τα κοστούμια, τον Αλέκο Αναστασίου στα φώτα και το Γιάννη Πετρούνια στον ήχο, που είμαστε πια μία ομάδα που μπορούμε να το πάμε κι ένα βήμα παραπάνω.

Η "Ταράτσα του Φοίβου" συνεχίζεται κάθε Τετάρτη και Πέμπτη έως τις 28 Σεπτεμβρίου. Περισσότερες πληροφορίες κλικ εδώ

Σχετικά Άρθρα:

Ευρετήριο

Έξυπνη αναζήτηση:

Που εμφανίζεται ο κάθε ηθοποιός ή τραγουδιστής;


"Δεν βρέθηκαν αποτελέσματα" = Δεν υπάρχουν προγραμματισμένες εμφανίσεις του καλλιτέχνη